1:33 μ.μ. | Posted in
ΠΡΟΛΟΓΟΣ
   Και ο φονιάς πυροβολούσε αδιάφορα
   Κι ο μπάτσος κρατούσε το πιστόλι όπως το τσιγάρο
   Και η ξανθιά λαμποκοπούσε φευγαλέα μες τα δάκρυα
   Κι ο ήρωας αποχωρούσε πλήρης
   συνείδησης και ματαιότητας
   Και κέρδος δεν υπήρχε για κανέναν


    Για να δεις ότι δεν αστειεύομαι
    Καθώς πονάνε τα ποδάρια μου
    Και σφάζονται οι ουρανοί
    φωνάζω ουρλιάζω,
    πως στην ανάγκη,
    τα μυρμήγκια γίνονται ελέφαντες.


1. Στων παπουτσιών τις μύτες
    δεν περπάτησε κανείς
    ούτε αθώος ούτε ένοχος
    γιατί δεν είχαν να κρυφτούν
    από κανέναν.
    Όλα στο φως συνέβησαν
    μια νύχτα απρόσμενη
    μια νύχτα με βροχή.


2. Του Παύλου του Θεριού θα του άρεσε να παίζει με τα παιδιά αλλά δεν το έδειχνε.
    Θα του άρεσαν κι οι διακοπές αλλά δεν είχε σημασία.
    Ίσως να 'θελε και μια γυναίκα να τον αγαπά
   αλλά εκείνη που τον αγάπησε τον αμφισβήτησε.
   Έτσι,
   του 'μεινε το καπέλο του, το κάπνισμα,
    ο καφές,  τ' αλκοόλ
    και μια-δυο δεκαετίες
    για να θυμάται.


3. Σίγουρο δεν είναι τίποτα
    εκτός απ' τις λεπτομέρειες της αφής.
    Στα τσιμέντα δε στήνονται σχέδια.
   Αλλά στην άσφαλτο ταξίδια,
   σε χαμένους τόπους
   κι επιστροφές
   παράνομες,
   που διηγούνται
   το κύρος των αντρών
   και την ισχύ του εφιάλτη
   στο νευρικό του σύστημα.
  
   Η άκρη του νήματος
   σαλεύει στον ορίζοντα.


4. Άγριο ζώο
   με αντοχές παράξενες
   με νύχια από μέταλλο
   και βρωμερή ανάσα.
   Επικίνδυνα όνειρα
   ονειρεύεται
   ο Παύλος ο Θεριός
   ανυπάκουος
   σε αόρατους νόμους
   ξεσκίζοντας χαρτιά
   πίνοντας μεγάλες ποσότητες μελάνης
   και δηλητηρίων
   και γελώντας
   γελώντας με το φίλο του
   το φίλο του το Θάνατο.


5. Στο σύμπαν της οργής
   οι κόσμοι μεγάλωσαν
   Μετανάστευσαν εκατομμύρια.
   Στριμώχτηκαν.
  
   Αυτή είναι η ιστορία τους.
   που μου διηγήθηκε
   ένα βράδυ ο θεός
   μεθυσμένος
   ακουμπώντας το σαγόνι στο ένα του χέρι
   κι ανοιγοκλείνοντας το στόμα του
   σα να προφήτευε τη μοίρα ενός γένους.




6. Πρώτος μιλάει ο Παύλος ο Θεριός:
"Κι εγώ γελάστηκα με τη σειρά μου. Έψαξα ως τα πέρατα, μ' αδημονία και κάποια προσωπική ευχαρίστηση. Βλέπεις, ταυτιζόμουν με το θάνατο. Πολλές φορές, τον καλούσα. Ή είχα κάτι από τα θύματα που δεν προλάβαινα να σώσω. Κι έτσι το προτιμούσα είναι η αλήθεια, όταν ο χρόνος μ' έκανε να λέω πως είναι πια αργά."

Ύστερα,
στις πόλεις της οργής άναβαν οι σειρήνες.
Οι δρόμοι ανάστατοι ανατρίχιαζαν σα φίδια
μαστίγωναν τους περαστικούς,
θρηνώντας τις νύχτες.
Οι μέρες έρχονταν απροετοίμαστες
κι αφήνονταν στην απουσία ελέους
σα σκουριασμένα περίστροφα.

Κι όμως, έλεγε ο Παύλος, όλα ήταν κάπου εκεί έξω.

Μια νύχτα λοιπόν,
σε κάποια πολύ ρομαντική λεωφόρο
βρήκε όλες τις ενδείξεις.

Η ζωή ήταν πια ένα χαμόγελο φτηνής πόρνης.

Οι λογαριασμοί γράφονταν με αίμα.

Άδεια θαλάμη, βέβαιο τέλος.

Μυστήριο… πού έφτανε ο δρόμος;


7.  Έτσι ο Θεριός, ανακατεύτηκε με τους στριμωγμένους μετανάστες.
Βρώμισε τα χέρια του και βρήκε κάτι γνώριμο στις μυρωδιές.
Έσκισε το δέρμα του.
Το αίμα τινάχτηκε λυτρωτικά.
Συνάντησε Δολοφόνους, χτυπήθηκε με μανία.
Κάποτε νίκησε.
Κάποτε έχασε.
Έψαχνε το τέλος εκείνης της λεωφόρου
που γυάλιζε μες το ηλεκτρικό φως
σα λεπίδα μαχαιριού.
Και το παράξενο μέσα σ' όλα τούτα
ήταν πως δεν τον σταμάτησε κανείς.



8. Μια νύχτα λοιπόν,
καθώς πλησίαζε το ξημέρωμα,
ο Παύλος ξέπλενε τα χέρια του απ' το αίμα.

Άκουσε βήματα και γύρισε.

Ο καλοντυμένος γοητευτικός τύπος με το πούρο
τον ρώτησε: "Εμένα ψάχνεις";
Ο Παύλος τον κοίταξε καλά. Του άρπαξε το πούρο και το κάπνισε ενώ ο τύπος του πέταξε ένα ειρωνικό χαμόγελο.
"Ωραία γεύση αλλά δεν είναι σήμερα η μέρα που πεθαίνω".
Ο τύπος γέλασε δυνατά, τραντάζοντας το δρόμο. Το σκοτάδι εξαφανίστηκε γρήγορα κι η μέρα ήρθε. Ο μυστήριος τύπος είχε εξαφανιστεί κι αυτός. Μόνο το πούρο του έμενε κι ο αντίλαλος του τρομακτικού γέλιου, στ' αυτιά του Παύλου.

Τώρα, το μυστήριο είχε αρχίσει να ξεδιαλύνει…


9. Ο Παύλος πήγε στο μπαρ της λεωφόρου που γυάλιζε στο σκοτάδι σα λεπίδα. Δεν είπε τίποτα, μόνο κοιτούσε. Οι άλλοι παραμέριζαν φοβισμένα - όλοι ήξεραν τον Παύλο τον Θεριό. Κάθισε σ' ένα τραπέζι ενώ κοιτούσε ακόμα - πίσω από τα μάτια του. Παράγγειλε - σκέτο. Ήπιε το ποτό του μονομιάς και κάπνισε ρουφώντας όλον τον καπνό. Άφηνε λίγο στην ατμόσφαιρα για όσους γούσταραν να μυρίζουν. Τότε, εκείνη πλησίασε. Στην αρχή δεν την είδε. Είδε μόνο τα μεγάλα της πόδια να αγωνίζονται ποιο θα εντυπωσιάσει πρώτο. Σήκωσε το βλέμμα του ακολουθώντας τη σιλουέτα της. Η γυναίκα είχε το σώμα άγριου ζώου. Τα νύχια της ήταν από μέταλλο - όπως στα όνειρά του. Έσκυψε από πάνω του στο ημίφως. Ήταν ξανθιά. Τα μαλλιά της από τη μια πλευρά ήταν τραβηγμένα πίσω από τ' αυτί της, που ένας θεός ξέρει από ποιο ιδιοφυή νου ζωγράφου ήταν εμπνευσμένο. Οι ώμοι της ήταν εκτάσεις ακατοίκητες, δυσπρόσιτες για κάθε εξερευνητή. "Γεια σου Παύλο", είπε εκείνη. Τον κοιτούσε αμείλικτα. Ο Παύλος τράβηξε με τα πόδια του την καρέκλα απέναντί του. Εκείνη κάθισε, με το χαμόγελό της να μαρτυράει υπερβολική σιγουριά για τη μικρή της νίκη. Είχε κάποια άλλη στο μυαλό της; "Από πού με ξέρεις;", ρώτησε ο Παύλος γέρνοντας το κεφάλι του για ν' ανάψει τσιγάρο. Η ξανθιά γυναίκα με τη σιλουέτα άγριου ζώου και τα νύχια από μέταλλο, αγρίεψε απότομα, έγινε τρομακτική. "Από τα όνειρά σου", του είπε κι ο Παύλος ο Θεριός πάγωσε. "Κι άλλος Δολοφόνος", σκέφτηκε αλλά ήταν τώρα απροετοίμαστος και απ' το μυαλό του πέρασαν οι μια-δυο δεκαετίες που είχε για να θυμάται.

Έτσι, ο Παύλος ο Θεριός, μάτωσε.


10. Όταν επέστρεψε η μέρα στην πόλη της οργής, τον βρήκαν πεταμένοσα να λέει ότι ξέρει το δίκιο και τ' άδικο. Περπάτησε. Κοίταξε το βάθος της λεωφόρου.

Τώρα, το μυστήριο είχε εξαφανιστεί.



11. Μια νύχτα λοιπόν,

την τελευταία νύχτα του,

ο Παύλος σηκώθηκε και γέμισε τ' όπλο του.

Καθάρισε το σήμα, φόρεσε το καπέλο, άναψε ένα τσιγάρο
και βγήκε στους δρόμους. Πήγε πάλι στο σκοτεινό μπαρ της νυχτερινής λεωφόρου που γυάλιζε στο σκοτάδι σα λεπίδα. Μπήκε μέσα και κάθισε στο ίδιο τραπέζι. Έπινε το ποτό του, όταν ο καλοντυμένος τύπος με το πούρο κι ξανθιά με τη σιλουέτα ζώου και τα μεταλλικά νύχια μπήκαν αγκαζέ στο μαγαζί. Το ύφος τους ήταν σπουδαίο σαν να έπρεπε όλοι να τους χαιρετήσουν. Κάθισαν απέναντί του χωρίς να τον προσέξουν. Όλοι έτρεχαν πίσω τους να εξυπηρετήσουν. Ο Παύλος σηκώθηκε και τους πλησίασε. Εκείνοι πάγωσαν. Πήρε το πούρο του καλοντυμένου τύπου και το έβαλε στο στόμα του. "Φτηνιάρικο. Η μάρκα μου! Σήμερα είναι καλή μέρα για να πεθάνω", είπε στον τύπο, που προσπάθησε να γελάσει τρανταχτά. Ύστερα έδειξε στην ξανθιά τα χέρια του με το δικό του αίμα. "Κρίμα", της είπε. "Θα μπορούσαμε να 'χουμε περάσει καλύτερα εσύ κι εγώ". Κι η ξανθιά έκανε αμήχανες κινήσεις. Ο Παύλος τράβηξε το πιστόλι του. "Τα ξέρω όλα", φώναξε. Κι απ' το διπλανό τραπέζι ένας άγριος πιστολάς πετάχτηκε με το δικό του όπλο. Ο Παύλος ο Θεριός πρόλαβε να σκοτώσει και τους δύο, προτού γυρίσει το κεφάλι για να δει τις σφαίρες που έτρεχαν μόνο γι' αυτόν. Πριν ξεψυχήσει, είπε "Έτσι γίνεται" κι ο πιστολάς που στάθηκε από πάνω του απάντησε πως ξαπλωμένος μοιάζει πιο κοντός.

Αλήθεια ήταν.


ΕΠΙΛΟΓΟΣ
 Ύστερα ξημέρωσε στην πόλη της οργής. Κανείς δεν πήγε στην κηδεία του Θεριού, μόνο τον έθαψαν δίπλα στον τύπο με το πούρο και την ξανθιά. Από τότε, πέρασε καιρός, κι ο Παύλος ο Θεριός ξεχάστηκε αλλά στην πόλη της οργής με τους στριμωγμένους μετανάστες, υπάρχουν τώρα δυο Δολοφόνοι κι ένας μπάτσος λιγότεροι.
Category:
��