1:21 μ.μ. | Posted in
Μπουσουλώντας μετά τον αιώνιο έφηβο...










ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΕΣ



Αγνό

Εκείνες τις μέρες υπήρχε μια ερωτική δεκτικότητα. Τα βράδια, όταν τα στόματα κοιμόντουσαν, ξέφευγαν πολλές ακατανόητες κουβέντες, υπολογιστικές χειρονομίες, ηρωικές παραδοχές. Ο λόγος είχε ανέβει ένα σκαλί. Κι η βασιλεύουσα φαντασία χόρευε, χόρευε μες τους ίσκιους, μέσα στους ψίθυρους, μακριά από την αναμπουμπούλα των καιρών. Το γεγονός, τόσο απόλυτο, αδιαμαρτύρητα γινόταν εφικτό.


Μυθιστόρημα

Οι θεοί υπαγορεύουν. Η μοίρα γράφει. Εσύ είσαι ένας ήρωας δευτερότοκος, πίσω από σελίδες και γεγονότα. Εγώ, δεν είμαι παρά μια εκδοχή σου.


Ηλίθιο

Εκεί, σ' ένα δάχτυλο, ήταν μια χώρα πολύ μακρινή. Ήταν η φορά και ο καιρός. Ήταν το έγκλημα. Μια παράβαση από τύχη. Έπειτα η αράχνη ύφανε τον ιστό της αριστοτεχνικά. Τεμπέληδες όλων των ειδών συναντήθηκαν στο σκοτεινό μπαρ κι επικήρυξαν Αυτόν. Γλοιώδη όντα εξαγοράστηκαν για να καταδώσουν. Αυτός όμως, καβάλα στο λευκό άλογο, σκοτώνει το δράκο και μαγαρίζει την ηλίθια λευκοχέρα. Όλα τέλειωσαν με μια ευχή.


Γέννηση

Δεν υπάρχει παρά ένα πρόσωπο σκοτωμένο από παλιά του λάθη.
Δεν υπάρχει παρά ένα μοιρολόι, κάποιο μοιραίο βράδυ.
Κάτι πνέει. Ακούγεται μια μελωδία. Κρύο μέταλλο.

Γεννιέται απόψε
ο Θεός
των άτυχων στιγμών


Παλιοπάπουτσα 

 Κάτω από σκεπές κύλησε η ζωή μου

κάτω από βροχές.
Μόνο ο καπνός ανέβαινε,
Στάχτη και γόπες
και παπούτσια ηλίθια.

Εκεί συνάντησα τυχαία
οδηγούς άνεργους,
γενναίους φύλακες
και γέρους ιππότες.

Λίγο ξανάνιωσα –
εις βάρος τους –
λίγο τους άκουσα –
στη σιωπή τους –
πλήρωνα -
έτσι -
τα σπασμένα τους.

Από καλοσύνη υπάρχω
σα να κατά λάθος ζω,
σα να ‘ναι η ώρα αλλιώτικη,
με φωνή βραχνή
απ’ το τσιγάρο.

Τέλος τώρα.
Βρέχει πάλι.

Σε λίγο,
ξημερώνει ο Θεός.



Ερώτημα

- Απεργία;
- Συγκέντρωση,
  στον κήπο της Γεσθημανής.
- Κι η σταύρωση πότε είναι;



Αυτονόητο

Η μοίρα της ποίησης;
 Μπαρούτι.



Το τελευταίο οχυρό

 Την ονομάζω Αλεξάνδρεια. Είναι η νέα πόλη των χρησμών. Αλεξάνδρεια των ονείρων. Εδώ, κυριαρχεί μια παράξενη αρχιτεκτονική θραυσμάτων. Η θάλασσά της, είναι ο χρόνος που ξοδεύτηκε σε ουσιαστικές παραβάσεις. Οι κάτοικοί της, είναι οι γεννήτορες όλων των ηλικιών. Οι επισκέπτες της αναζητούν τη φτηνή αγωνία των ερώτων, τη μεγάλη αγωνία της επόμενης μέρας. Όταν φεύγουν, λένε: κάποτε δεν υπήρχαν όρια, θυμάσαι; Εγώ ακούω το άγνωστο να περπατά. Παραμονεύω.
 Αποτυχία.
 Δεν ήμουν προορισμένος.
 Αλλά μη μ' ερμηνεύεις, εννοώ την αλήθεια.
 Εννοώ τον πόλεμο.




















































































































































































































Category:
��